Εισαγωγή
Η δεκαετία του ΄40 είναι η πιο
ενδεδειγμένη ιστορικά εποχή προκειμένου να εξετασθούν θέματα μνήμης, διότι
καταρχήν σχετίζεται με συμβάντα που είχαν αποφασιστική επίπτωση στο ελληνικό
κοινωνικό σύνολο και κατά δεύτερο λόγο υπήρξε ο χώρος εμφάνισης της ατομικής
μνήμης και κατάρτισης της συλλογικής μνήμης, ως αποτέλεσμα διενέξεων
αντιτιθέμενων εξιστορήσεων, βιωμάτων και ενθυμήσεων.
Επιλογή συλλογικής ταυτότητας και εξέταση της σχέσης της με το παρελθόν
Στην Ελλάδα δεν τιμάται
εορταστικά το τέλος του Β΄Π.Π, ούτε η απελευθέρωσή της από τους Γερμανούς, αλλά
μόνο η αρχή του πολέμου με την Ιταλία την 28η Οκτωβρίου, διότι την απελευθέρωση
των Αθηνών, ακολούθησαν τα Δεκεμβριανά, ενώ το τέλος του Β΄Π.Π ο Εμφύλιος, που
προκάλεσαν τραυματικά και διαιρετικά περιστατικά αρκετά ισχυρότερα από τον
Β΄Π.Π., προκαλώντας διχόνοια στους Έλληνες. Η μη αποδοχή ή η παρασιώπηση του
Εμφυλίου μετά τον πόλεμο μπερδεύει και κάνει περίπλοκη την εξέταση της μνήμης
της δεκαετίας του ΄40. Η Αριστερά δεν
κατάφερε να εκφραστεί για τον Εμφύλιο έπειτα από την μεγάλη στρατιωτική της
ήττα και τις στερήσεις της ελευθερίας και των φυλακίσεων που θεσπίστηκαν
γι΄αυτήν. Η λογοκρισία και ο αυτοπεριορισμός στην έκφραση την υποχρέωσαν να
σιωπήσει για τον Εμφύλιο. Η Αριστερά μετά τον Εμφύλιο ενστερνίστηκε τη «λήθη»
του Εμφύλιου ως επιβεβλημένο προαπαιτούμενο για την παύση των πολιτικών
διαχωρισμών και πογκρόμ, για την παγίωση της δημοκρατίας. Για μια μεγάλη χρονική περίοδο η επικρατούσα
ιδεολογία είχε ως επιλογή την ποδηγέτηση της μνήμης της κοινωνίας δια μέσου της λήθης. Η λήθη
χαρακτήριζε κάτι απαραίτητο στην ελληνική κοινωνία που πρόσφατα είχε περάσει
έναν Εμφύλιο και συγχρόνως συμφωνούσε στην εναλλακτική λύση των δύο
διαφωνούντων (αριστερών και δεξιών) να αποκρύψουν γεγονότα που θα τους
κακοχαρακτήριζαν. Ως αντιστάθμισμα στις οδυνηρές μνήμες που προκαλούσε ο
Εμφύλιος, η Αριστερά μεταπολεμικά πρόταξε την Εθνική Αντίσταση που δούλευε
συνενωτικά και νομιμοποιητικά. Η αναφορά ότι σύσσωμος ο ελληνικός λαός
αντιστάθηκε κατά του κατακτητή ήταν ενωτική μη αποκλείοντας κανέναν, αντίθετα ο
εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας καθιστούσε νόμιμη την Αριστερά ως πατριωτική
δύναμη έναντι των μομφών για ξένη δήθεν παρακίνηση σλαβοκομμουνισμού κ.ο.κ. Αν
και οι επίσημες αναφορές των δύο αντιτιθέμενων για τον εμφύλιο καταπνίγηκαν,
στη συλλογική μνήμη αυτών που έζησαν τον Εμφύλιο, δηλαδή την ακραία
αντιπαράθεση, την προσφυγιά, την βίαιη από τον στρατό απομάκρυνση των ατόμων
απ΄τα χωριά τους, τους νεκρούς κλ.π, ο Εμφύλιος ήταν σπουδαιότερος από την
Κατοχή και την Αντίσταση.
Η μνήμη είναι βασική προϋπόθεση στη
δημιουργία της ταυτότητας και γιαυτό, όταν αυτή αμφισβητείται, τότε η μνήμη
παίζει πολύ μεγάλο ρόλο. Τα τελευταία χρόνια έχει καταστεί αυτή πολύ σημαντική,
επειδή λογίζεται ότι προσφέρει καταφυγή για τους νικημένους ιστορικά και βήμα
στις υπάλληλες τάξεις και τους κατατρεγμένους. Η ιστορική μνήμη της Αριστεράς
για τον Εμφύλιο για πολλά χρόνια ήταν συνδεδεμένη με την «λευκή τρομοκρατία»
και τους διωγμούς. Σιγά-σιγά όμως το βίωμα του στρατιωτικού αγώνα έβρισκε το
χώρο του στη μνήμη. Οι πιο πολλοί αντάρτες του ΔΣΕ ύστερα από το 1989 ξεκίνησαν
να δημοσιεύουν μαρτυρίες για την ανάμειξή τους στον Εμφύλιο πόλεμο. Η
δημοσίευση των αποδείξεων αυτών υποδηλώνει την σοβαρή κίνηση του ξεπεράσματος
της πληγής του Εμφυλίου. Οι πολεμιστές του Εμφυλίου κατόρθωσαν σιγά-σιγά να
αθωώσουν τον Εμφύλιο και να συζητήσουν περί αυτού που για δεκαετίες οι επίσημες
αναφορές και από τα δύο μέρη απέκρυπταν, αρνούνταν, μετονόμασαν και
απομάκρυναν, δημιουργώντας ένα σύμπλεγμα τύψεων και σιγής. Στις μέρες μας, η
προβολή της μνήμης του Εμφυλίου ωφελεί για να δημιουργηθεί η πολιτική ταυτότητα
της Αριστεράς, ως διαφέρουσας εκ θεμελίων από την επικρατούσα πολιτική έκφραση
και την επίσημη μνήμη, που μετά τη δεκαετία του΄80 είχε σφετεριστεί την
Αντίσταση. Το αντιστασιακό της παρελθόν, της χορηγεί τη αναγκαία νομική
κατοχύρωση για να αξιώσει μια μικρή ανταμοιβή, όχι μονάχα για τις δοκιμασίες
που πέρασε, αλλά γι΄αυτά που άξιζε, αφού αμύνθηκε για την ελευθερία της
Ελλάδας. Ύστερα από την Μεταπολίτευση η μεγάλη έκδοση μαρτυριών από άνδρες και
γυναίκες μέσω των εκδοτικών οίκων,
υποδεικνύει την αξίωση του λόγου και της μνήμης από αυτούς που ήταν πολιτικοί
πρόσφυγες και κρατούμενοι, αντάρτες, κλπ, που είχαν κατασυκοφαντηθεί από τους
αντίθετα πολιτικά διακείμενους και που τώρα
μιλούν για να αναδιηγηθούν τον εαυτό τους.
Από τη δεκαετία του 1990 και
ύστερα, η Αριστερά, αλλά ιδίως το ΚΚΕ έχει εστιάσει την προσοχή της στον
Εμφύλιο με διαλέξεις, εκδόσεις, με οπτικό και ακουστικό υλικό και εορτασμούς
σαν αυτούς που έγιναν για τα εξήντα χρόνια ίδρυσης του ΔΣΕ, σε πόλεις ή χωριά
που σχετίζονται με τις μάχες του εμφύλιου πολέμου. Το 1996 οικοδομείται το μνημείο για τον ΔΣΕ
στη Λυκόραχη με εκδηλώσεις, διαλέξεις και δρώμενα από την ΚΝΕ, γιατί οι
αναμνηστικές εορτές έχουν σημαίνουσα σημασία. Η διενέργεια μεταφοράς των
ενθυμήσεων από ένα σύνολο ατόμων σε ένα άλλο, από γενιά σε γενιά, μορφοποιεί τη
μνήμη του συνόλου και αναπτύσσει μια κοινή ταυτότητα. Το ζευγάρι μνήμη-ιστορία
αναλογεί στο ζευγάρι προσδοκία-εκπλήρωση. Η συλλογική μνήμη καλύπτεται με μια
αίσθηση ελπίδας. Όταν ασχολούμαστε με την ενθύμηση ενός συμβάντος, αναμένουμε
να πραγματοποιηθούν οι επιθυμίες που προκάλεσε το συμβάν αυτό. Οι πολιτικές
ταυτότητες που συστάθηκαν έχοντας ως θεμέλιο το διχαστικό συμβάν του Εμφυλίου
πραγματοποιήθηκαν βασισμένες σε δυνατές
ιδεολογικές απόψεις που ανάπτυξαν μεθόδους κατανόησης και εξήγησης του
ιστορικού παρελθόντος. Η εξέταση της μνήμης είναι αλληλένδετη με την έρευνα του
συσχετισμού του παρελθόντος με το παρόν. Όπως σημειώνει ο P.Nara, ως συλλογική
μνήμη καθορίζεται: αυτό που απομένει εκ του παρελθόντος στο υπόβαθρο της
εμπειρίας των κοινωνικών συνόλων ή σαν αυτό που τα κοινωνικά σύνολα
κατασκευάζουν με το παρελθόν τους.
Συμπεράσματα
Για μια μεγάλη χρονική περίοδο η επικρατούσα ιδεολογία είχε ως επιλογή
την ποδηγέτηση της μνήμης της κοινωνίας
δια μέσου της λήθης. Από τη δεκαετία του 1990 και ύστερα, η Αριστερά, αλλά
ιδίως το ΚΚΕ εστίασε την προσοχή της στον Εμφύλιο.
Στις μέρες μας, η προβολή της μνήμης του Εμφυλίου ωφελεί για να
δημιουργηθεί η πολιτική ταυτότητα της Αριστεράς, ως διαφέρουσας εκ θεμελίων από
την επικρατούσα πολιτική έκφραση και την επίσημη μνήμη, που μετά τη δεκαετία
του΄80 είχε σφετεριστεί την Αντίσταση.
Βιβλιογραφία
Le Goff J., Ιστορία και μνήμη, μτφρ. Κουρουμπλής Γ., Νεφέλη, Αθήνα 1998.
Nora. P., “Memoire collective” στο
J.Le Goff – P.Cartier- J.Revel (eds), L΄histoire
nouvelle, Paris, Retz 1978.
Βόγλης Πολυμέρης, «Η δεκαετία του
1940 ως παρελθόν: Μνήμη, μαρτυρία,
ταυτότητα», Τα Ιστορικά, τόμος 25,
τεύχος 47, Δεκέμβριος 2007.
Λιάκος Αντώνης, «Παρελθόν, Ιστορία
και Μνήμη», στο Παπαδημητρίου Ν., Αναγνωστόπουλος Άρης, Το Παρελθόν στο Παρόν, Μνήμη ,ιστορία και αρχαιότητα στη σύγχρονη
Ελλάδα, Καστανιώτης, Αθήνα 2017.
Πασχαλούδη Ελένη., Η Εθνική Αντίσταση στον επετειακό χάρτη της
μεταπολεμικής Ελλάδας, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, 2015.
*Απαγορεύεται ρητά η αντιγραφή, αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά ή περιληπτικά οποιουδήποτε κειμένου ή εγγράφου περιέχεται στο παρόν blog.