Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

Δημόσια Ιστορία: Η σχολική ιστορία ως μέσο ιδεολογικής - πολιτικής διαπαιδαγώγησης.


Εισαγωγή

    Η ιστορία που μαθαίνεται στα σχολεία, αντανακλά την επικρατούσα ιδεολογία ωραιοποιώντας ή θολώνοντας επιμελώς τις επεξηγηματικές αντιπαραθέσεις που έχουν σχέση με το εθνικό παρελθόν και τις διαφορές των τάξεων που εμποτίζουν το κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι. Η εθνοκεντρική ιστορία έχει σαν κύριο σκοπό τον υπερεκθειασμό του εθνικού παρελθόντος. Η κατασκευή ενός ενωτικού και εθνικά ομογενούς παρελθόντος αξιώνει μια διεργασία διάκρισης κατά την οποία μερικά πρόσωπα, συμβάντα και τάσεις υπερθεματίζονται ενώ μερικά άλλα δεδομένα του ιστορικού παρελθόντος αποκρύπτονται. Η σχολική ιστορία υπό αυτό το πρίσμα προβάλλει μια προσαρμοσμένη άποψη του παρελθόντος και γίνεται συχνή χρήση αυτής για να προωθήσει την εκάστοτε επικρατούσα κοινωνική τάξη.

    Ωστόσο η σχολική ιστορία μετά την Μεταπολίτευση βρίσκεται σε μια διεργασία ιδεολογικής ανεξαρτητοποίησης απομακρυνόμενη δηλαδή από το πρότυπο της εθνοκεντρικής ιστορίας. Ο αγώνας όμως να απαλλαγεί η ιστορία από το εθνικοπατριωτικό και συμμορφωτικό της γνώρισμα συμφώνως με τα κελεύσματα των μοντέρνων ακαδημαϊκών και παιδαγωγικών τάσεων, που να ικανοποιεί τις αναγκαιότητες μιας μοντέρνας πολυπολιτισμικής κοινότητας, έρχεται αντιμέτωπος με τη δυνατή αντίδραση ενός μέρους της κοινωνίας και των οργάνων της. 

Η σχολική ιστορία ως μέσο ιδεολογικής-πολιτικής διαπαιδαγώγησης

    Από το 1881 με υπουργική απόφαση εντάσσεται στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση το μάθημα της ιστορίας σαν αυτοτελές και παγιώνεται το σχήμα της τρισχιλιετούς συνέχειας του ελληνισμού όπως επεξεργάστηκε από τον Κ. Παπαρρηγόπουλο. Το Α.Π του 1913 βάζει τους κύριους προσανατολισμούς της σχολικής ιστορίας για όλο το επόμενο διάστημα και έως τα Α.Π του 1957. Το περιεχόμενό του αναφέρεται στη μυθολογία, στην ελληνική αρχαιότητα, στις περιόδους Ρωμαϊκή και Βυζαντινή, στην Τουρκοκρατία, στην Επανάσταση του 1821, που αναφέρεται στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου, και στη σύγχρονη Ελλάδα έως τον Γεώργιο Α΄. Η εκπαίδευση ύστερα από τον Εμφύλιο κλήθηκε να συνδράμει αρκετά στην πολιτική χρεία, να πραγματοποιηθεί η ιδεολογική αποεαμοποίηση μεγάλου κομματιού των Ελλήνων και να γίνει νόμιμη η απομάκρυνση της Αριστεράς από το πολιτικό γίγνεσθαι.

    Η ιστορική εκπαίδευση εκλαμβάνεται σαν ένα από τα κυριότερα μέσα που συγκροτούν την εθνική ταυτότητα. Η διαμόρφωση του παρελθόντος με επιδίωξη την γένεση πίστης και γνώσης, πηγάζει από την αναγκαιότητα της ταυτότητας. Η σχολική ιστορία είναι ένα εργαλείο μορφοποίησης της ταυτότητας και διευκολύνει αυτή την ανάγκη. Η εκπαιδευτική γραμμή που εφάρμοσε το μετεμφυλιακό ελληνικό κράτος σημαδεύτηκε από ένα άκαμπτο χρονοδιάγραμμα σπουδών, από ένα εσώτατο αναχρονιτισμό, από μια πολιτική προπαγάνδα που ήταν εμβολιασμένη με εθνικιστικές θεωρήσεις και αντικομουνιστικές συμπεριφορές.

    Μέχρι το 1964 το υλικό της σχολικής ιστορίας στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση ήταν «πατριδογνωστικό» και παρουσίαζε την πολιτισμική συνέχιση του ελληνισμού καθώς και την συνεισφορά της Ορθοδοξίας στη σύσταση της εθνικής ταυτότητας. Οι μεταβολές των  μεταρρυθμίσεων του Παπανούτσου το 1964 έθεσαν σαν σκοπό του μαθήματος της ιστορίας τον διαρκή αγώνα του μαθητή για μόρφωση, ελευθερία και προκοπή, αλλά ο ερχομός της δικτατορίας και η επαναξιολόγηση των Α.Π του 1969, έδωσε ένα τέλος στην προοδευτική αυτή προσπάθεια. Ήταν ένα διάστημα της μετεμφυλιακής περιόδου στην Ελλάδα που κύριος σκοπός ήταν η δημιουργία μιας εντελώς ανελεύθερης εθνικής ταυτότητας, με κύριο χαρακτηριστικό την πίστη στο Πατρίς – Θρησκεία - Οικογένεια και την προσήλωση στα ιδεώδη του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού. Η ανατροπή της Δημοκρατίας και η επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας επαλήθευσε και ενδυνάμωσε αυτήν τη ροπή προς την εθνικοφροσύνη και τον συνετισμό. Η δικτατορία φρόντισε ταχύτατα να καταλύσει και να ματαιώσει ότι είχε πέτυχει η μεταρρύθμιση στην Παιδεία το 1964 και να την ξαναφέρει εκεί που ήταν στα πρώτα χρόνια μετά τον Εμφύλιο. Ακόμη, η φιλελεύθερη χρήση πολλών εγκεκριμένων βιβλίων καθώς και παρόμοιων αποχρώσεων όμοιας εθνικοφροσύνης ιστορικής διατύπωσης, αντικαταστάθηκε από την κρατική μονοπωλιακή πολιτική στο σχολικό εγχειρίδιο. Από το 1969 άπαντα τα βιβλία των σχολείων τα εκδίδει ο ΟΕΔΒ.

    Το Α.Π των διδασκομένων του Δημοτικού σχολείου του 1969, είχε ως κύριο στόχο της ιστορίας την αναγκαιότητα να κατανοηθεί από τους διδασκόμενους ο ιστορικός βίος του ελληνικού Έθνους αντλώντας παραδείγματα από την Ιστορία και να τους καλλιεργήσει την αγάπη προς την πατρίδα, με σκοπό να προετοιμαστούν ψυχικά και διανοητικά, ώστε να γίνουν πολιτικά και εθνικά ωφέλιμα άτομα του ελληνικού κοινωνικού συνόλου, (Α.Π 1969). Ενώ στις μεθοδολογικές καθοδηγήσεις γίνεται λόγος πως η διοργάνωση και ανάπτυξη του σχολικού βίου, για τη διαμόρφωση δυνατών εθνικών ψυχικών αισθημάτων, ο συλλογικός γιορτασμός εθνικών επετειακών εκδηλώσεων, η συμμετοχή από τους μαθητές σε εθνικά μνημόσυνα για τους πεσόντες στους πολέμους, η μέριμνα από το σχολείο για τον καλλωπισμό του ηρώου συμβάλουν κατά πολύ στον εθνικό συνετισμό των μαθητών. Σ’αυτή την ιστορική στιγμή, το βιβλίο Ελληνική Ιστορία των Νεότερων Χρόνων του συγγραφέα Κωνσταντίνου Σακκαδάκη κυκλοφόρησε το 1969 και χρησιμοποιήθηκε σε ολόκληρη την περίοδο της χούντας σαν το μόνο εγχειρίδιο ιστορίας της Στ΄ Δημοτικού.

Το εγχειρίδιο της ΣΤ΄Δημοτικού (1969) του Κ. Σακκαδάκη, Ελληνική Ιστορία των Νεότερων Χρόνων

    Το περιεχόμενο του βιβλίου αυτού είχε ξεπεράσει όλα τα όρια ιδεολογικής και πολιτικής συνέτισης αφού η εξιστόρηση ξεκινούσε με την Άλωση της Κωνσταντινούπολης καταλήγοντας στο «δημοψήφισμα» του 1968 και στην αποτίμηση κατά τα δύο πρώτα χρόνια κυβέρνησης  της χούντας, βγάζοντας το συμπέρασμα ότι μια καινούργια δημοκρατία, η αληθινή, πραγματικά τώρα κτίζεται. Η χρησιμοποίηση της εκπαίδευσης ιδεολογικά και πολιτικά σαν μέσο προπαγάνδας από το χουντικό καθεστώς όρισε αρκετά καθορισμένους νέους στόχους για την ιστορία του σχολείου, τη νομική κατοχύρωση της δικτατορίας και των επιταγών αυτής διαμέσου της προσχώρησης της 21ης Απριλίου στις λαμπρές ώρες του έθνους, της συμπερίληψης των ιδεολογιών του αντιολοκληρωτισμού, του εγκωμιασμού της αντικομουνιστικής συνέτισης και τον υπερτονισμό της συνεχούς εθνικής συμβολής του στρατού. Ο συγγραφέας του βιβλίου κάνει χρήση όμοιας δομής με αυτή των εγχειριδίων της νεοελληνικής ιστορίας του 1951 και του 1956, όμως συνεχίζει με πολλές αλλαγές και στις ενότητες που σχετίζονται με την Επανάσταση του 1821, με φανερή την επιδίωξη παρουσίασης του παρελθόντος των ιδεολογικών απόψεων και πολιτικών ενδιαφερόντων του συστήματος. 

    Αποσιωπώνται σημαντικές λεπτομέρειες που εκλαμβάνονται πιθανώς ως ενάντιες προς την ιδεολογική κατεύθυνση των νέων κυβερνητών και της καινούργιας πολιτικής περίστασης. Έτσι επί παραδείγματι δεν λαμβάνεται υπόψιν ο ρόλος και οι ενέργειες της Ιερής Συμμαχίας εναντίον της Ελληνικής Επανάστασης και υποβαθμίζεται η επιρροή που άσκησαν οι φιλελεύθερες ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης στους Έλληνες διανοούμενους της Διασποράς. Μοναδικός λόγος γι αυτή γίνεται μέσα απο τη ζωή του Ρήγα Φεραίου. Την προσοχή προκαλεί ακόμα η μέθοδος που αντιμετωπίζονται οι διχόνοιες και οι διαφωνίες ανάμεσα στους Έλληνες (Σακκαδάκης 124), καταστρέφοντας την ιδανική εθνική συνοχή και ομοθυμία που σε γενικές γραμμές διαπερνά την εθνική Ιστοριογραφία.(Σακαδάκης 1969 σελ.24).

    Οι μνείες στις εμφύλιες διαμάχες κατά το διάστημα του Αγώνα της Ανεξαρτησίας επισημαίνονται στα «προαιώνια ελαττώματα» των Ελλήνων, που κυριαρχούνται από εξουσιομανία και ατομοκρατία. Κατά τον συγγραφέα Σακκαδάκη (σελ.134), η ευθύνη για τους εμφύλιους πολέμους αποδίδεται μονάχα στους πολιτικούς που «επιθυμούν να γίνουν στρατιωτικοί» αποδοκιμάζοντας τοιουτοτρόπως τους πολιτικούς που εμμέσως καταγγέλλονται για την κακή εξέλιξη που πήραν οι εσωτερικές έριδες. Το παράδειγμα της Αγίας Λαύρας δεν είναι μοναδική προσπάθεια συσχετισμού της Ορθοδοξίας με την Επανάσταση αφού αυτή είναι ευδιάκριτη μέσα σε ολόκληρη την ιστορική αφήγηση του εγχειριδίου. Μ΄αυτόν τον τρόπο η Επανάσταση χαρακτηρίζεται σαν «Ανάσταση του Γένους». Οι αγωνιστές πριν τον πόλεμο έδιναν ο ένας στον άλλον αναστάσιμες ευχές. Ο Θεός των χριστιανών είναι κάθε στιγμή δίπλα στους Έλληνες στηρίζοντας τον δίκαιο αγώνα τους και τιμωρώντας τους αδίκους.

     Το επίσημο ξεκίνημα της Ελληνικής Επανάστασης σχετίζεται με τη γιορτή του Ευαγγελισμού. Στις πνευματικές δυνάμεις των Ελλήνων συμπεριλαμβάνονται και τα «κρυφά σχολειά» κατά τα διακόσια πρώτα χρόνια της οθωμανικής κατοχής. Το βιβλίο αναφέρεται διαρκώς στις ηρωικές πράξεις και στις θυσίες των υποταγμένων Ελλήνων. Στο εγχειρίδιο απεικονίζεται ένα έθνος που πέρασε τα 400 χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας σαν ένα σύνολο ομοιογενές και πολιτισμικά στεγανό, πληρώνοντας το αντίτιμο με πληθυσμιακή ελάττωση, με οικονομικό πισωγύρισμα και πολιτισμική καθυστέρηση. Η τουρκοκρατία έχει σημαδευτεί ως το ιστορικό κεφάλαιο στο οποίο η εθνική επίγνωση αναπτύσσεται στους διδασκόμενους διαμέσου της ταύτισης αυτών με τα δεινά των κατακτημένων. Επίσης το σχολικό εγχειρίδιο διατηρεί τις δογματικές ιδεοληψίες της εθνικής υπεροχής, του πολιτισμένου Έλληνα, σε αντίθεση με τον απολίτιστο ανατολίτη Οθωμανό (άξεστοι, άγριοι, βάρβαροι, αιμοδιψείς), κάποια από τα στοιχεία που τους αποδίδονται. Στο άλλο άκρο οι Έλληνες, φιλίστορες, πολιτισμένοι, εργατικοί, προοδευτικοί και λιμπεραλιστές που συνεχώς μάχονται για την ανεξαρτησία τους.

Προσπάθεια ρήξης με την παραδοσιακή θετικιστική ιστοριογραφία δίχως όμως να υπάρξουν αλλαγές στις κύριες κατευθύνσεις των Α.Π και εγχειριδίων

    Τα χρόνια που ακολούθησαν ύστερα από τη Μεταπολίτευση, η τάση της Νέας Ιστορίας κερδίζει δεσπόζοντα χώρο στην ελληνική Ιστοριογραφία. Η εξάπλωση των καινούργιων θεωρήσεων στο περιβάλλον της ιστοριογραφίας ήρθε με αργοπορία είκοσι ετών στο χώρο της ελληνικής σχολικής ιστορίας, που τοποθετείται ανεξάρτητα ως γνωστικό αντικείμενο στα Α.Π μερικών Παιδαγωγικών Τμημάτων Δημοτικής Εκπαίδευσης, από το μέσο της δεκαετίας του 1990. Τα Α.Π ιστορίας ύστερα από τη Μεταπολίτευση βάζουν την ευρωπαϊκή πτυχή και το γνωστικό αντικείμενο της ιστορίας που απουσίαζε, αλλά συντηρούν σαν βασική επιδίωξη της διδασκαλίας, την εθνική γαλούχηση. Παρότι γίνεται λόγος πιο πολύ για την αξία της ειρήνης, της συνεργασίας μεταξύ εθνών, της δημοκρατίας με προσπάθεια απάλυνσης της εχθρότητας, το υλικό του μαθήματος έχει ως βάση τον εκθειασμό της φιλοπατρίας. Οι σπουδαιότερες αλλαγές στη διδασκαλία της ιστορίας έγιναν στον ελλαδικό χώρο στο μέσον της δεκαετίας του 1990 και ύστερα. Η πτώση των σοσιαλιστικών συστημάτων, η πλεύση για την ευρωπαϊκή ένταξη καθώς και τα κοινωνικά, οικονομικά και πολιτισμικά άλματα που εφαρμόστηκαν με την παγκοσμιοποίηση, πρόβαλαν το θέμα της ανανέωσης των εκπαιδευτικών κανόνων, μα και της αποδοχής καινούργιων ιστοριογραφικών ρευμάτων και υποδειγμάτων και καινούργιων τρόπων διδαχής της ιστορίας.

    Πιο συγκεκριμένα το Συμβούλιο της Ευρώπης έκδωσε ανάλογες κατευθύνσεις το 1996 (αρ.1283) και το 2009 (αρ.1880), επιχειρώντας να αναπτύξει μια κοινή φόρμα για όλα τα κράτη της Ευρώπης. Από τα αναφερόμενα στις οδηγίες γίνεται φανερή η απόπειρα μεταπήδησης από την παραδοσιακή ιστοριογραφία προς τη Νέα Ιστορία. Αποβάλλεται πια η τυπική διδαχή που τονίζει τη μία μοναδική εξήγηση του παρελθόντος και προτιμάται η πολυπρισματική αντιμετώπιση της ιστορίας με τη μελέτη πρωτογενών και δευτερογενών πηγών, που παρακινεί τους διδασκόμενους να εκτιμούν την διαφορετική γνώμη και να επιδεικνύουν ανεκτικότητα στο διαφορετικό. Οι δάσκαλοι είναι ανάγκη μέσω των κατάλληλων διδακτικών δραστηριοτήτων και της χρήσης ενδεικνυόμενων διδακτικών οργάνων να συνεισφέρουν στην άσκηση ίδιου ιστορικού στοχασμού και ιστορικών αξιοποιήσεων στα παιδιά, όπως απόδειξη, αιτιότητα, χρονική ακολουθία, ιστορική ενσυναίσθηση κλπ. Έως τη μεταπολίτευση τα εγχειρίδια ιστορίας του Δημοτικού βάδιζαν πάνω στον παραδοσιακό ιστοριογραφικό τρόπο προβολής της ιστορίας επικεντρωμένα σε πολιτικά, διπλωματικά και στρατιωτικά συμβάντα και μη κάνοντας κανένα λόγο στον κοινωνικό βίο, ούτε στις πολιτικές, οικονομικές και ιδεολογικές αιτίες που την χρωμάτιζαν σε κάθε χρονική περίοδο.

    Κάνοντας σύγκριση των βιβλίων αυτών με τα μετέπειτα Α.Π και εγχειρίδια μέχρι το 2003 στην Ελλάδα διαπιστώνεται ότι έχει γίνει κάποια σημαντική εξέλιξη, δίχως να υπάρχουν όμως τροποποιήσεις στις κύριες κατευθύνσεις τους. Γίνεται προσπάθεια για ρήξη με τη παραδοσιακή θετικιστική ιστοριογραφία, υπερσκελίζοντας τη στρατιωτική και πολιτική θεματολογία προσπαθώντας να ερευνηθούν πιο πολλά ζητήματα που αφορούν στο βίο του ανθρώπου με τα αγνά του κατορθώματα και την απομυθοποίηση της ηρωικής του πτυχής. Αλλά η κάθε προσπάθεια εκσυγχρόνισης των βιβλίων και η επιθυμία αντίληψης με διαφορετικό τρόπο του παρελθόντος εκ μέρους των συγγραφέων τους, τορπιλίζεται από το ότι βασική τοποθέτηση στη παρουσίαση του σχολικού υλικού συνεχίζει να έχει η απόδειξη του διηνεκούς της υπεροχής και της σπουδαίας προσφοράς του ελληνικού έθνους, με επιδίωξη τη δημιουργία της εθνικής ταυτότητας βασισμένης στην πολιτισμική συνέχεια του ελληνισμού.

Τα εγχειρίδια που έγινε χρήση τους στα δημοτικά ελληνικά σχολεία τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 21ουαι., διατυπώθηκαν σε μια ατμόσφαιρα «αμυντικού εθνικισμού» αποτέλεσμα ζωηρών πολιτικών αναταραχών ιδίως στα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη που προκάλεσαν τις καταστάσεις για ανάκαμψη του εθνικισμού. Ένα από τα αποτελέσματα της κατάρρευσης του υπαρκτού σοσιαλισμού ήταν το μεγάλο μεταναστευτικό κύμα στην Ελλάδα, με κατάληξη να υπαγορεύονται καινούργιες προϋποθέσεις προσδιορισμού της ελληνικότητας σε κοινωνικο-πολιτικό  πλαίσιο. Το πολιτικό αυτό πλαίσιο ήταν ιδιαζόντως άξενο για ένα ιστορικό βιβλίο άλλης μορφής, όπως εκείνο της συγγραφικής ομάδας της Μ. Ρεπούση το οποίο και αποσύρθηκε.

    Κάνοντας σύγκριση των βιβλίων αυτών με τα μετέπειτα Α.Π και εγχειρίδια μέχρι το 2003 στην Ελλάδα διαπιστώνεται ότι έχει γίνει κάποια σημαντική εξέλιξη, δίχως να υπάρχουν όμως τροποποιήσεις στις κύριες κατευθύνσεις τους. Γίνεται προσπάθεια για ρήξη με τη παραδοσιακή θετικιστική ιστοριογραφία, υπερσκελίζοντας τη στρατιωτική και πολιτική θεματολογία προσπαθώντας να ερευνηθούν πιο πολλά ζητήματα που αφορούν στο βίο του ανθρώπου με τα αγνά του κατορθώματα και την απομυθοποίηση της ηρωικής του πτυχής. Αλλά η κάθε προσπάθεια εκσυγχρόνισης των βιβλίων και η επιθυμία αντίληψης με διαφορετικό τρόπο του παρελθόντος εκ μέρους των συγγραφέων τους, τορπιλίζεται από το ότι βασική τοποθέτηση στη παρουσίαση του σχολικού υλικού συνεχίζει να έχει η απόδειξη του διηνεκούς της υπεροχής και της σπουδαίας προσφοράς του ελληνικού έθνους, με επιδίωξη τη δημιουργία της εθνικής ταυτότητας βασισμένης στην πολιτισμική συνέχεια του ελληνισμού.

    Τα εγχειρίδια που έγινε χρήση τους στα δημοτικά ελληνικά σχολεία τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 21ουαι., διατυπώθηκαν σε μια ατμόσφαιρα «αμυντικού εθνικισμού» αποτέλεσμα ζωηρών πολιτικών αναταραχών ιδίως στα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη που προκάλεσαν τις καταστάσεις για ανάκαμψη του εθνικισμού. Ένα από τα αποτελέσματα της κατάρρευσης του υπαρκτού σοσιαλισμού ήταν το μεγάλο μεταναστευτικό κύμα στην Ελλάδα, με κατάληξη να υπαγορεύονται καινούργιες προϋποθέσεις προσδιορισμού της ελληνικότητας σε κοινωνικο-πολιτικό  πλαίσιο. Το πολιτικό αυτό πλαίσιο ήταν ιδιαζόντως άξενο για ένα ιστορικό βιβλίο άλλης μορφής, όπως εκείνο της συγγραφικής ομάδας της Μ. Ρεπούση το οποίο και αποσύρθηκε.

Συμπεράσματα

Η ιστορία του σχολείου αποτελεί ένα προϊόν το οποίο έχει διαπλαστεί πολιτικά και κοινωνικά, το δέσιμό της με το εθνικό παρελθόν μετασχηματίζεται ανά πολιτική και κοινωνική περίσταση και η ύλη της δεν υπαγορεύεται από την ιστορική έρευνα και μελέτη, αλλά από τις πολιτικές διεκδικήσεις της εκάστοτε εποχής.

Το πολιτικό και εκπαιδευτικό σύστημα προσδιορίζει σε μέγιστο βαθμό τις προϋποθέσεις, τα πλαίσια και τις περιστάσεις που υπαγορεύουν την ύλη των βιβλίων του σχολείου της νεότερης ελληνικής ιστορίας.

Οι ιδεολογικές επιδιώξεις, οι πολιτικές διενέξεις καθώς και οι διαφωνίες αντανακλώνται στα σχολικά βιβλία, οι αναμίξεις και οι αλληλεπιδράσεις ιδεών και αντιλήψεων και κυρίως η εδραίωση προσδιορισμένων κοινωνικοπολιτικών συσχετίσεων, επιδρούν και υπαγορεύουν τις αποφάσεις των συγγραφέων της σχολικής ιστορίας.

Βιβλιογραφία-Δικτυογραφία          

Levstik, L. S, & Barton, K. C (2008). Researching history education: theory, method, and context. London and New York: Routledge.

Moniot, H. (Επιµ) (1984). Enseigner l'histoire. Des manuels à la mémoire. Paris: Peter Lang.

Nakou, I. - Apostolidou, E. (2010). «Debates in Greece. Textbooks as the Spinal Cord of History Education and the Passionate Maintenance of a Traditional Historical Culture», στο Barca, I. & Nakou I., (Εd.). Contemporary Public Debates Over History Education. Charlotte (South Carolina): IAP.

 Sebba J., (2000). Ιστορία για όλους. Διδακτικές προτάσεις για το μάθημα της Ιστορίας στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο. Αθήνα, Μεταίχμιο.

Αδάμου Μ.-Ράση, (2007). «Η ελληνική εκπαίδευση των απαρχών του 21ου αιώνα ως δημόσιο μορφωτικό αγαθό», στο Ανδρέου Α. (Επιμ.), Η Διδακτική της Ιστορίας στην Ελλάδα και η Έρευνα στα Σχολικά Εγχειρίδια. Αθήνα: Μεταίχμιο.

Αθανασιάδης Χ., (2015). Τα αποσυρθέντα βιβλία: Έθνος και σχολική ιστορία στην Ελλάδα,1858-2008. Αθήνα: Αλεξάνδρεια.

Ανδρέου Ανδρέας Π.,  Κασβίκης Κώστας, (2008), «Το μετέωρο βήμα της σχολικής Ιστορίας στα νέα εγχειρίδια για το δημοτικό σχολείο», στο: Ανδρέας Π. Ανδρέου (επιµ.), Η Διδακτική της Ιστορίας στην Ελλάδα και η έρευνα στα σχολικά εγχειρίδια. Αθήνα: Μεταίχμιο.

Καλλέ Στέλλα, Ζητήματα εθνικής ταυτότητας και ιδεολογίας: η περίπτωση του σχολικού εγχειριδίου Ιστορίας Στ΄ δημοτικού την περίοδο της δικτατορίας στην Ελλάδα, 13ο Παγκύπριο Συνέδριο Παιδαγωγικής Εταιρείας Κύπρου.

Κατσάπης Κώστας, (2009), «Προσλήψεις του παρελθόντος από τη δικτατορία της 21ης Απριλίου : Η έννοια της «ανδρείας» και η διαχείριση του 1821», στο: Πέτρος Πιζάνιας (επιμέλεια – εισαγωγή), Η Ελληνική Επανάσταση του 1821. Ένα ευρωπαϊκό γεγονός. Κέδρος, Αθήνα.

Καψάλης A.Γ., Χαραλάμπους Δ.Φ.,(2008), Σχολικά εγχειρίδια. Θεσμική εξέλιξη και σύγχρονη προβληματική, Αθήνα, Μεταίχμιο.

Κόκκινος Γ. & Γατσωτής Π. (2007). «Επιστημολογία της Ιστορίας, Διδακτική της Ιστορίας και εκπαιδευτική έρευνα», στο: Ανδρέου, Α. (Επιμ.). Η Διδακτική της Ιστορίας στην Ελλάδα και η Έρευνα στα Σχολικά Εγχειρίδια. Αθήνα, Μεταίχμιο.

Κουλούρη Χριστίνα, Ιστορία και Γεωγραφία στα ελληνικά σχολεία 1834-1914.Γνωστικό αντικείμενο και ιδεολογικές προεκτάσεις. Ανθολόγιο κειμένων -146 Βιβλιογραφία σχολικών εγχειριδίων, Ιστορικό Αρχείο Ελληνική Νεολαίας, αρ. 18.,Αθήνα.

Κουλούρη Χριστίνα, Η ιστορία στην πυρά του φανατισμού. Τα θετικά στοιχεία του βιβλίου της ΣΤ’ δημοτικού είναι ακριβώς εκείνα για τα οποία κατηγορείται.

Κρεμμυδάς Βασίλης, Νέες ιδεολογικές ομαδοποιήσεις. Τι ανέδειξε το βιβλίο της ΣΤ΄ Δημοτικού. Τα Νέα, Αθήνα 17/10/2007.  

Λακασάς Απόστολος, Σχολικά βιβλία που κόπηκαν ως έργα ψεύδους, Καθημερινή, Αθήνα, 25.12.2015.

Λυμπεράτος Μιχάλης, Στα πρόθυρα του Εμφυλίου Πολέμου, Κοινωνική πόλωση, Αριστερά και αστικός κόσμος στη μεταπολεμική Ελλάδα, Αθήνα, Βιβλιόραμα.

Μουζακίτη Αγγελική, Από τη µία και μοναδική ιστορική αλήθεια στις πολλαπλές αναγνώσεις του ιστορικού παρελθόντος. Οι τομές και οι αλλαγές στην ελληνική μέση εκπαίδευση αναφορικά µε τον τρόπο διδασκαλίας της ιστορίας. Θεωρητικά/Ιδεολογικά ζητήματα και προβληματισμοί.

Μπούντα Ε., (2009), Ιστορική γνώση-σκέψη. Έρευνα στα Αναλυτικά Προγράμματα του Δημοτικού Σχολείου, Πάτρα, Opportuna.

Mπούντα, Ε. (2006). Η Ιστορία στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση – Αναλυτικά Προγράμματα και Ιστορική Σκέψη των Μαθητών. Αθήνα: Διδακτορική Διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών.

Σακκαδάκης Κων., (1969), Ελληνική Ιστορία των Νεότερων Χρόνων, ΟΕΔΒ, Αθήνα.

ΦΕΚ 218/Α/31.10.1969.

ΦΕΚ 303/Β/13.3.2003.


Η συγγραφέας
Αικατερίνη Π. Παπαφλωράτου

*Απαγορεύεται ρητά η αντιγραφή, αναπαραγωγή, αναδημοσίευση, πώληση, μετάδοση, διανομή, έκδοση, μετάφραση, τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο, τμηματικά ή περιληπτικά οποιουδήποτε κειμένου ή εγγράφου περιέχεται στο παρόν blog.